ἀλάβα

ἀλάβα
Meaning: · μέλαν ᾧ γράφομεν H.; ἀλάβη· λιγνύς, σποδός, καρκίνος, ὑπὸ δε Κυπρίων μαρίλη H.; ἀλάβη· ἄνθρακες H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Petersson IF 34, 241. Because of the structure (note -αβ-) prob. Pre-Greek.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άλαβα — ἄλαβα, η (Α) μελάνι από καπνιά. Κατά τον Ησύχιο «μέλαν ᾧ γράφομεν». [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • Βάσκων, χώρα των- — (βασκ. Euskadi, ισπαν. Pais Vasco). Περιοχή των δυτικών Πυρηναίων, μοιρασμένη μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας, που διαφέρει από τις άλλες για την εθνική ιδιορρυθμία του πληθυσμού της, ο οποίος στην απόλυτη πλειοψηφία του είναι Βάσκοι. Οι γαλλικές… …   Dictionary of Greek

  • Alabarch — The alabarch was the Greek title of an official who stood at the head of the Jewish population of Alexandria during the Hellenistic and early Roman periods. EtymologyThe etymology of the word ἀλαβάρχης (alabarches), and, therefore, the original… …   Wikipedia

  • Alabaster — massiges Aggregat Chemische Formel CaSO4 · 2 H2O Mineralklasse Wasserhaltige Sulfate ohne fremde Anionen siehe Gips (nach Strunz) siehe Gips …   Deutsch Wikipedia

  • Montazgo — es un derecho o tributo impuesto sobre los ganados y adeudado por el tránsito que hacen por cualquier territorio en favor del Rey y recompensa del seguro amparo y protección que en sí recibe de él. D. Fernando Otelo le define: Est genus pedagi,… …   Wikipedia Español

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.